Μια αλλαγή στη διατροφή μπορεί να βελτιώσει την ψυχική υγεία;
Η Julianne Armijo ήταν έφηβη όταν, επιστρέφοντας μια μέρα με το αυτοκίνητο από το μάθημα βιολιού, ένιωσε να τη βαραίνει ένα κύμα απελπισίας. Οι γιατροί αρχικά θεώρησαν πως είχε κατάθλιψη. Όταν όμως, στα είκοσι και στα τριάντα της, οι περίοδοι κακής διάθεσης άρχισαν να διακόπτονται από μανιακά επεισόδια, προέκυψε τελικά η σωστή διάγνωση: σοβαρή διπολική διαταραχή.
Η Armijo δεν κατάφερε εύκολα να βρει, μετά τη διάγνωσή της, θεραπείες που να ελέγχουν σταθερά τα συμπτώματα. Παρότι λάμβανε δύο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα, ένα αντικαταθλιπτικό και ένα αντισπασμωδικό, κατά διαστήματα τα συμπτώματα επέστρεφαν. Σε ένα επεισόδιο πριν από τέσσερα χρόνια, στις τρεις τα ξημερώματα, ανέβηκε σε εκσκαφείς και τρακτέρ σε εργοτάξιο, με την αίσθηση πως τα γύρω δέντρα λαμπύριζαν και ανέπνεαν.
Η αλλαγή του αντικαταθλιπτικού σε αντιψυχωσικό από τους γιατρούς περιόρισε τη συναισθηματική διάθεση και τη δυνατότητα συγκέντρωσής της. Έτσι, η 39χρονη Armijo, οικογενειακή νοσηλεύτρια και υποψήφια διδάκτορας νοσηλευτικής στο Ann Arbor του Μίσιγκαν, αναζήτησε άλλες επιλογές που θα της επέτρεπαν να διακόψει σταδιακά το φάρμακο. Στη νοσηλευτική σχολή είχε διδαχθεί πως η κετογονική δίαιτα περιορίζει τους υδατάνθρακες και αυξάνει σημαντικά τα λιπαρά, ενώ χρησιμοποιείται για τη μείωση των επιληπτικών κρίσεων στα παιδιά εδώ και πάνω από έναν αιώνα. Επειδή και η επιληψία αντιμετωπίζεται με αντισπασμωδικά, αναρωτήθηκε αν οι δύο περιπτώσεις συνδέονται. Οι πρώτες έρευνες που βρήκε για τις πιθανές επιδράσεις της κετογονικής διατροφής στην ψυχική υγεία έκαναν αυτή την ιδέα πιο πειστική. Πριν από τρία χρόνια, θεωρώντας πως δεν είχε πολλά να χάσει, αποφάσισε να την ακολουθήσει, όπως αναφέρει το National Geographic.
«Μέσα στις πρώτες δύο εβδομάδες παρατήρησα διαφορά“, λέει η Armijo. «Ήταν συγκλονιστικό να συνειδητοποιήσω ότι, αντί για αυτές τις μεγάλες κορυφώσεις και τις βαθιές πτώσεις, μπορούσα να έχω φυσιολογικές ανθρώπινες διακυμάνσεις στη διάθεσή μου».
Η εξήγηση πίσω από αυτή την προσέγγιση δεν είναι τόσο παράδοξη όσο ίσως φαίνεται. Συνήθως, τα κύτταρα χρησιμοποιούν τους υδατάνθρακες για να παράγουν γλυκόζη, η οποία τους δίνει ενέργεια. Όπως εξηγεί η Shebani Sethi, ερευνήτρια ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ, σε αρκετές νευροεκφυλιστικές παθήσεις —ανάμεσά τους η διπολική διαταραχή, η σχιζοφρένεια και η νόσος Αλτσχάιμερ— ο εγκέφαλος δεν μπορεί πια να αξιοποιήσει σωστά τη γλυκόζη. «Είναι σαν τα κύτταρά σας να λιμοκτονούν και να μην μπορούν να τραφούν». Επομένως, ενδέχεται ένας εγκέφαλος που επηρεάζεται από ψυχική ασθένεια να λειτουργεί καλύτερα αν τα εγκεφαλικά κύτταρα αντλούν ενέργεια από λίπος αντί από υδατάνθρακες.
Καθώς η Armijo εξέταζε την κετογονική δίαιτα ως πιθανή εναλλακτική θεραπεία, αυξανόταν και το ενδιαφέρον ερευνητών όπως η Sethi για την ίδια κατεύθυνση. Η Sethi καθιέρωσε τον όρο «μεταβολική ψυχιατρική» για αυτό το πεδίο που βρίσκεται σε ανάπτυξη. Μελέτες υποστηρίζουν τη χρήση της κετογονικής δίαιτας, ή keto, για διαφορετικές ψυχικές παθήσεις, ενώ οι επιστήμονες μελετούν και άλλες παρεμβάσεις που αλλάζουν τον τρόπο παραγωγής ενέργειας και ρύθμισης της λειτουργίας των εγκεφαλικών κυττάρων. Παρότι ορισμένοι κλινικοί γιατροί παραμένουν επιφυλακτικοί, τα πρώτα στοιχεία δίνουν ενθαρρυντικές ενδείξεις.
Η σχέση της ψυχικής υγείας με τον μεταβολισμό
Επί πολλά χρόνια, οι χημικές ανισορροπίες σε νευροδιαβιβαστές όπως η ντοπαμίνη και η σεροτονίνη θεωρούνταν ότι αποτελούν βασική αιτία για πολλές ψυχικές ασθένειες. Η συγκεκριμένη ερμηνεία, ωστόσο, δεν εξηγεί όλη την εικόνα, επισημαίνει η Georgia Ede, ψυχίατρος στο Newburyport της Μασαχουσέτης. Η ίδια έχει αντιμετωπίσει εκατοντάδες ασθενείς με κετογονική διατροφή, σε συνδυασμό με φαρμακευτική αγωγή όπου αυτό είναι αναγκαίο.
«Αυτό που πραγματικά θέλουμε να κατανοήσουμε στη μεταβολική ψυχιατρική είναι τι προκαλεί εξαρχής αυτές τις χημικές ανισορροπίες», αναφέρει.
Έρευνες στην ψυχιατρική είχαν ήδη συνδέσει, από τη δεκαετία του 1920, τις διαταραχές στον ενεργειακό μεταβολισμό του εγκεφάλου με ψυχικές ασθένειες. Η Sethi και οι συνεργάτες της αναφέρθηκαν σε αυτή την ιστορία νωρίτερα φέτος στο επιστημονικό περιοδικό Nature Mental Health. Όπως γράφουν, η σύνδεση για πολλά χρόνια δεν είχε την ανάλογη προσοχή, ενώ πιο πρόσφατες έρευνες ενισχύουν την ιδέα ότι «οι συστηματικές και κεντρικές μεταβολικές ανωμαλίες επηρεάζουν τη λειτουργία του εγκεφάλου και τη συμπεριφορά».

Μελέτες δείχνουν ότι η κετογονική δίαιτα μπορεί να ωφελήσει την ψυχική υγεία
Σε αντίθεση με τη μεσογειακή διατροφή, που προτείνεται συχνά για τη γενική υγεία και μπορεί σε ορισμένα διατροφικά προγράμματα να περιλαμβάνει έως και 65% υδατάνθρακες, η κετογονική βασίζεται κυρίως στα λιπαρά. Όσοι την ακολουθούν λαμβάνουν περίπου το 60% των θερμίδων από λίπος, το 30% από πρωτεΐνες και μόλις το 10% από υδατάνθρακες. Συνήθως αποκλείονται σχεδόν εντελώς τα δημητριακά, τα γλυκά φρούτα, τα όσπρια, οι πατάτες και άλλα αμυλούχα λαχανικά, μαζί με τα περισσότερα ζαχαρούχα τρόφιμα και τα επεξεργασμένα προϊόντα.
Με την κετογονική διατροφή επιδιώκεται η είσοδος του οργανισμού στην κατάσταση της «κέτωσης»: τα κύτταρα παύουν να βασίζονται κυρίως στους υδατάνθρακες για ενέργεια και αρχίζουν να καίνε λίπος. «Το ήπαρ διασπά αυτό το λίπος σε κετόνες, οι οποίες είναι έτοιμα προς καύση μόρια που διαπερνούν εύκολα τον αιματοεγκεφαλικό φραγμό και χρησιμοποιούνται από τον εγκέφαλο», εξηγεί η Ede, συγγραφέας του βιβλίου Change Your Diet, Change Your Mind. Όπως αναφέρει, η χρήση κετονών ως καυσίμου από τον εγκέφαλο τον οδηγεί σε μια κατάσταση που ευνοεί περισσότερο την αποκατάσταση.

Μικρές κλινικές δοκιμές προσφέρουν στοιχεία υπέρ αυτής της ιδέας, τις οποίες συγκεντρώνει η Sethi. Στην πιο πρόσφατη έρευνά της, που δημοσιεύτηκε τον Μάιο, αρκετές δεκάδες άνθρωποι με διπολική διαταραχή ή διαταραχή του φάσματος της σχιζοφρένειας ακολούθησαν τη συγκεκριμένη διατροφή για έναν μήνα. Στο διάστημα αυτό βελτιώθηκαν τόσο τα καταθλιπτικά συμπτώματα όσο και οι γνωστικές επιδόσεις τους, με την αλλαγή να είναι αισθητά μεγαλύτερη από εκείνη όσων διατήρησαν τη συνηθισμένη διατροφή τους.
Στα νεότερα ευρήματα προστίθενται δύο μικρότερες πιλοτικές έρευνες της Sethi, στις οποίες δεν υπήρχε ομάδα ελέγχου που να συνέχιζε τη συνήθη διατροφή. Η πρώτη δημοσιεύτηκε το 2024 και η δεύτερη πέρυσι· και στις δύο, ύστερα από μερικούς μήνες, μειώθηκαν η κατάθλιψη και άλλα ψυχιατρικά συμπτώματα.
Τα αποτελέσματα, πάντως, δεν ήταν θετικά σε κάθε περίπτωση. Σε μικρή μελέτη που δημοσιεύτηκε τον Φεβρουάριο, άτομα με κλινική κατάθλιψη ακολούθησαν κετογονική διατροφή για έξι εβδομάδες. Η βελτίωσή τους ήταν μόνο οριακά μεγαλύτερη από εκείνη όσων ακολούθησαν μια κάπως πιο υγιεινή εκδοχή της συνηθισμένης διατροφής τους.
Η κετογονική δίαιτα δεν αποτελεί συνήθη συνταγή για πολλούς κλινικούς γιατρούς που θεραπεύουν προβλήματα ψυχικής υγείας. Ο Mark Taylor, ψυχίατρος με ιδιωτικό ιατρείο στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, μελέτησε τα επιστημονικά δεδομένα για την κετογονική διατροφή στο πλαίσιο άρθρου που γράφει σχετικά με τη διατροφή και τη διάθεση. «Δεν έχω πειστεί ότι υπάρχει ένα συντριπτικά ισχυρό σύνολο επιστημονικών στοιχείων που να την υποστηρίζει», λέει ο Taylor, διευκρινίζοντας ότι προς το παρόν δεν τη συστήνει.
Η στάση αυτή ενδέχεται να μεταβληθεί όταν συγκεντρωθούν περισσότερα αποτελέσματα, κυρίως για ανθρώπους που δεν ανακουφίζονται από τις υπάρχουσες φαρμακευτικές αγωγές ή αντιμετωπίζουν παρενέργειες. Δεκάδες έρευνες βρίσκονται σε εξέλιξη για τα πιθανά οφέλη της κετογονικής δίαιτας στη διαταραχή μετατραυματικού στρες, στις διαταραχές του φάσματος του αυτισμού, στη νόσο Αλτσχάιμερ, στις διαταραχές της διάθεσης και σε άλλες παθήσεις. Παράλληλα, η Sethi ξεκινά μεγαλύτερη μελέτη με 120 συμμετέχοντες που έχουν σχιζοφρένεια, διπολική διαταραχή και μείζονα κατάθλιψη.
Η μεταβολική δυσλειτουργία επηρεάζει εγκέφαλο και σώμα
Το ενδιαφέρον της μεταβολικής ψυχιατρικής οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο ότι η σύνδεση είναι αμφίδρομη. Τα σοβαρά ψυχιατρικά νοσήματα συνδέονται με υψηλότερα ποσοστά μεταβολικών παθήσεων, ενώ η παρουσία μεταβολικών προβλημάτων αυξάνει την ευαλωτότητα στις ψυχικές ασθένειες. Μελέτη στην Ολλανδία, που παρακολούθησε ανθρώπους για σχεδόν δέκα χρόνια, διαπίστωσε μάλιστα ότι όσοι έχουν αντίσταση στην ινσουλίνη —κατάσταση στην οποία ο οργανισμός δυσκολεύεται να ρυθμίσει σωστά το σάκχαρο του αίματος— έχουν διπλάσιες πιθανότητες να παρουσιάσουν μείζονα καταθλιπτική διαταραχή σε σύγκριση με όσους δεν έχουν αντίσταση στην ινσουλίνη.
Η Sethi αντιλήφθηκε για πρώτη φορά τη σημασία του μεταβολισμού του εγκεφάλου στη διάρκεια της ιατρικής εκπαίδευσής της. Είχε προτείνει τότε κετογονική δίαιτα σε υπέρβαρη ασθενή με διαβήτη και σχιζοφρένεια ανθεκτική στη θεραπεία, με σκοπό να ελέγξει το βάρος και το σάκχαρό της. Η γιατρός και η ασθενής δεν περίμεναν ότι θα υποχωρούσαν και τα ψυχιατρικά συμπτώματα, τα οποία έως τότε δεν είχε κατορθώσει να περιορίσει κανένα φάρμακο.

«Στο τέλος της ημέρας, ο εγκέφαλος και το σώμα μας συνδέονται», λέει η Sethi. Η δυσλειτουργία της ινσουλίνης επηρεάζει την είσοδο της γλυκόζης στα εγκεφαλικά κύτταρα, ενώ, όπως εξηγεί, «οι κετόνες παρακάμπτουν αυτό το πρόβλημα».
Φάρμακα και αλλαγές στον τρόπο ζωής μπορεί να επηρεάσουν τον μεταβολισμό του εγκεφάλου
Πέρα από την κετογονική δίαιτα, μελετώνται και άλλες παρεμβάσεις για την επίδρασή τους στις μεταβολικές λειτουργίες του εγκεφάλου. Ο Taylor εξέτασε πρόσφατα μια μεγάλη βάση δεδομένων από τη Σουηδία, στην οποία περιλαμβάνονταν άτομα με διαβήτη και διάγνωση κατάθλιψης ή αγχώδους διαταραχής, που έπαιρναν φάρμακα GLP-1 για να ρυθμίσουν το σάκχαρό τους. Στα επόμενα 13 χρόνια, όσοι χρησιμοποιούσαν αυτά τα φάρμακα είχαν λιγότερα επεισόδια ψυχικών διαταραχών.
«Μας εξέπληξε το γεγονός ότι η επίδραση ήταν τόσο ισχυρή, ιδιαίτερα στα άτομα που λάμβαναν σεμαγλουτίδη», όπως το Ozempic, «σε σύγκριση με άλλα φάρμακα GLP-1», αναφέρει ο Taylor. Όπως επισημαίνει, δεν έχει διευκρινιστεί σε ποιον βαθμό τα οφέλη συνδέονται με την απώλεια βάρους από το φάρμακο, η οποία ενδέχεται να ενισχύει την αυτοεκτίμηση. Πιθανότατα, όμως, συμμετέχουν και μεταβολικές διεργασίες, παρότι «δεν γνωρίζουμε ακόμη αν πρόκειται για αντιφλεγμονώδη δράση, για κάποια επίδραση στους νευροδιαβιβαστές ή για κάτι άλλο».
Η επίδραση της σύνθεσης των μικροβίων του εντέρου στις ψυχικές διαταραχές αποτελεί αντικείμενο έρευνας για άλλους επιστήμονες. Ανασκόπηση που κυκλοφόρησε πέρυσι βρήκε διαφορετικά μοτίβα εντερικών βακτηρίων σε ανθρώπους με διπολική διαταραχή, ενώ κατέληξε ότι τα προβιοτικά και οι διατροφικές αλλαγές μπορούν να περιορίσουν ορισμένα συμπτώματα που σχετίζονται με τη διάθεση.
Σύμφωνα με πρώιμες μελέτες, η διαλειμματική νηστεία μπορεί να συμβάλει στη μείωση του άγχους, καθώς για ένα διάστημα βάζει τον οργανισμό σε κατάσταση κέτωσης. Η συστηματική άσκηση αποτελεί επίσης αλλαγή στον τρόπο ζωής που μπορεί να βοηθήσει: η Ede αναφέρει ότι οι προπονήσεις υψηλής έντασης ωφελούν ιδιαίτερα τον μεταβολισμό. Σημαντικός είναι και ο σταθερός, επαρκής ύπνος, αφού η χρόνια αϋπνία συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης.

Η αυστηρή προσήλωση στην κετογονική δίαιτα φαίνεται, σύμφωνα με τη Sethi, να αποδίδει τα μεγαλύτερα οφέλη. Ωστόσο, ακόμη και μια πιο μικρή παρέμβαση, όπως να αντικαταστήσει κανείς ένα πρωινό με πολλούς υδατάνθρακες με γεύμα υψηλότερης περιεκτικότητας σε πρωτεΐνες ή/και λιπαρά, μπορεί να επηρεάσει αισθητά την ψυχική του κατάσταση.
Η κετογονική δίαιτα δεν είναι θεραπεία
Υπάρχουν γιατροί που εκφράζουν ανησυχίες ότι μια διατροφή πλούσια σε λιπαρά ενδέχεται να αυξήσει τον κίνδυνο καρδιαγγειακών παθήσεων. Η Sethi, ωστόσο, λέει πως η καρδιαγγειακή υγεία των περισσότερων ασθενών της βελτιώνεται. Στην πιο πρόσφατη κλινική δοκιμή της, καταγράφηκαν χαμηλότερα επίπεδα σακχάρου στο αίμα, δείκτες φλεγμονής και άλλοι μεταβολικοί δείκτες, μια εξέλιξη που παρατηρείται συνήθως όταν μειώνεται η κατανάλωση υδατανθράκων, εξηγεί.
Παρά τα παραπάνω, η Sethi υπογραμμίζει ότι όσοι ακολουθούν την κετογονική δίαιτα χρειάζεται να κάνουν τακτικές εξετάσεις αίματος, ώστε οι γιατροί να ελέγχουν πιθανές αυξήσεις της επιβλαβούς χοληστερόλης και άλλων δεικτών καρδιαγγειακού κινδύνου. Παράλληλα, κάθε απόφαση για μείωση ή διακοπή φαρμακευτικής αγωγής που αφορά την ψυχική υγεία πρέπει να λαμβάνεται με τη συμμετοχή γιατρού.
Ενώ πολλοί που ακολουθούν κετογονική διατροφή τρώνε πολύ κρέας, η Armijo επιλέγει μια φυτική εκδοχή. Στον καφέ που πίνει το πρωί βάζει λάδι καρύδας, ενώ στις σαλάτες του δείπνου προσθέτει macadamia, αβοκάντο και τόφου, το οποίο σοτάρει σε άφθονο λάδι αβοκάντο. Τηρεί αυστηρά τη δίαιτα για να διατηρείται σε κέτωση.
Το άρθρο Μια αλλαγή στη διατροφή μπορεί να βελτιώσει την ψυχική υγεία; εμφανίστηκε πρώτα στο trikalaenimerosi.gr.




