Είναι ασφαλής η vegan διατροφή για τα παιδιά;

Το 2010, ο 28χρονος Ashish Kumar Jain εργαζόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο στον κλάδο της πληροφορικής, όταν βρέθηκε τυχαία μπροστά σε ένα διαδικτυακό βίντεο που τον συγκλόνισε. Σε αυτό παρουσιάζονταν οι σκληρές συνθήκες της γαλακτοβιομηχανίας, με ιδιαίτερη αναφορά στη μεταχείριση των μοσχαριών.

Την περίοδο εκείνη ετοιμαζόταν να γίνει πατέρας και περίμενε με ανυπομονησία να επιστρέψει στην Ινδία, όπου θα γεννιόταν το πρώτο του παιδί. Όπως λέει, το βίντεο ήταν τελικά αυτό που έπεισε τον ίδιο και τη σύζυγό του να στραφούν στη vegan διατροφή. Αφού εγκαταστάθηκαν στο Indore, στην πολιτεία Madhya Pradesh της κεντρικής Ινδίας, αποφάσισαν να μεγαλώσουν και το παιδί τους με τον ίδιο τρόπο διατροφής.

Η 11χρονη κόρη του, Arul, είναι σήμερα υγιής και γεμάτη ενέργεια, ενώ στηρίζει με θέρμη τον βιγκανισμό. Ο Jain λέει πως μεγαλύτερη δυσκολία από την ανατροφή ενός vegan παιδιού αποδείχθηκε η διαχείριση των προβληματισμών που εξέφραζε το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον. Καθοριστική για την εύκολη μετάβαση ήταν, όπως τονίζει, η μακρά παράδοση της Ινδίας στην κουζίνα χωρίς κρέας. Η παράδοση είναι κυρίως χορτοφαγική και όχι αυστηρά φυτική, ωστόσο προσφέρει σημαντικά μαθήματα για το πώς τα γεύματα φυτικής προέλευσης μπορούν να αποκτήσουν τη μέγιστη διατροφική αξία —γνώσεις χρήσιμες για τον αυξανόμενο αριθμό vegan ενηλίκων και παιδιών στην Ινδία και σε όλο τον κόσμο.

Στην Ινδία, περίπου 400 εκατομμύρια άνθρωποι, ή το 39% του πληθυσμού, δηλώνουν χορτοφάγοι για θρησκευτικούς ή άλλους λόγους· στις ΗΠΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι γύρω στο 5%. Η χορτοφαγία δεν ταυτίζεται με τον βιγκανισμό: η πρώτη συνήθως επιτρέπει τα γαλακτοκομικά, ενώ η δεύτερη αποκλείει κάθε ζωικό προϊόν. Παρ’ όλα αυτά, η χορτοφαγική παράδοση της Ινδίας έχει δημιουργήσει μια πλούσια ποικιλία πιάτων φυτικής βάσης, τα οποία μπορούν εύκολα να προσαρμοστούν σε μια vegan διατροφή.

Η εμπειρία αυτή, μαζί με τα νεότερα επιστημονικά ευρήματα γύρω από τη φυτική διατροφή από ερευνητές σε όλο τον κόσμο, ενδέχεται να δώσει στους γονείς στοιχεία για να απαντήσουν σε ένα σημαντικό ερώτημα: «είναι η vegan διατροφή ασφαλής για τα παιδιά;»

Η παγκόσμια εξάπλωση του βιγκανισμού

Ο βιγκανισμός εξαπλώνεται σε όλο τον κόσμο, με ώθηση από δράσεις όπως το “Veganuary”, που καλεί τους ανθρώπους να δοκιμάσουν τη vegan διατροφή για έναν μήνα, αλλά και από τη μεγαλύτερη ενημέρωση για τα κλιματικά οφέλη της αποχής από το κρέας και τα γαλακτοκομικά. Παράλληλα, ολοένα περισσότερες έρευνες καταγράφουν ποικίλα οφέλη της φυτικής διατροφής για την υγεία των ενηλίκων.

Στην Ινδία, το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τον βιγκανισμό στηρίζεται σε μια παλιά διατροφική παράδοση, ενώ ομάδες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και influencers προβάλλουν τη θρεπτική αξία των τοπικών δημητριακών και οσπρίων. Ινδοί vegans μοιράζονται παραδοσιακές συνταγές σε κοινότητες όπως το “Cooking with Millets”, που προωθεί μια καλλιέργεια δημητριακών της Ινδίας. Οι influencers του κινήματος αναδεικνύουν επίσης συστατικά με μακρά ιστορία, μεταξύ των οποίων οι φακές, τα ρεβίθια και τα φασόλια μουνγκ (mung beans). Το 2016, η German International Academy, οικοτροφείο στην πόλη Τσενάι της νότιας Ινδίας, βρέθηκε στα πρωτοσέλιδα όταν έγινε σχολείο με αποκλειστικά vegan διατροφή.

Πολλοί Ινδοί χορτοφάγοι καταναλώνουν σε μεγάλες ποσότητες γαλακτοκομικά, όπως ghee —δηλαδή διυλισμένο βούτυρο—, γιαούρτι και paneer, ένα είδος ινδικού τυριού. Ο Jain σημειώνει, ωστόσο, πως αυτό δεν ίσχυε απαραίτητα στο παρελθόν, καθώς αρκετά παραδοσιακά πιάτα δεν περιλαμβάνουν γαλακτοκομικά. Για τα παιδιά, πάντως, τα πιθανά οφέλη και οι κίνδυνοι μιας vegan διατροφής είναι πιο σύνθετοι απ’ ό,τι για τους ενήλικες.

Πηγή: pexels

Πώς να σχεδιάσετε μια ασφαλή vegan διατροφή

Κάθε στάδιο της ανάπτυξης ενός παιδιού συνοδεύεται από συγκεκριμένες ανάγκες σε θρεπτικά συστατικά, κάτι που πρέπει να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων. Η έλλειψή τους μπορεί να επιφέρει σοβαρές συνέπειες, ιδιαίτερα στα μικρότερα παιδιά. Επιπλέον, επειδή οι μερίδες τους είναι μικρές, τα γεύματά τους χρειάζεται να προσφέρουν υψηλή ποσότητα ενέργειας και θρεπτικών συστατικών.

Η Mary Fewtrell, καθηγήτρια παιδιατρικής διατροφής στο Ινστιτούτο Παιδικής Υγείας Great Ormond Street του University College London, εξηγεί ότι τα βρέφη και τα παιδιά μεγαλώνουν και εξελίσσονται με ταχύ ρυθμό, ιδιαίτερα στη βρεφική ηλικία, και χρειάζονται μεγάλες ποσότητες συγκεκριμένων θρεπτικών συστατικών, παρότι τα στομάχια τους έχουν σχετικά μικρή χωρητικότητα. «Τα βρέφη και τα παιδιά αναπτύσσονται και εξελίσσονται ραγδαία, ειδικά κατά τη βρεφική ηλικία, και έχουν πολύ υψηλές απαιτήσεις σε ορισμένα θρεπτικά συστατικά, ενώ διαθέτουν σχετικά μικρά στομάχια. Αυτό σημαίνει ότι οι τροφές που τους δίνονται πρέπει να παρέχουν τη μέγιστη ποσότητα θρεπτικών συστατικών και επαρκή ενέργεια σε σχετικά μικρό όγκο». Το μητρικό γάλα αποτελεί, για τα βρέφη, τον ιδανικό τρόπο κάλυψης των αναγκών τους σε ενέργεια και θρεπτικά συστατικά. Για τα νήπια και τα μικρά παιδιά, αντίστοιχα, χρειάζεται προσεκτικός σχεδιασμός της vegan διατροφής ώστε να εξασφαλίζεται ότι καλύπτονται οι ανάγκες τους.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, η ανεπαρκώς σχεδιασμένη vegan διατροφή έχει συνδεθεί με τραγικές, αλλά αποτρέψιμες, συνέπειες για μικρά παιδιά. Το 2016, στο Μιλάνο της Ιταλίας, ένα παιδί ενός έτους απομακρύνθηκε από τους γονείς του όταν οι αιματολογικές εξετάσεις έδειξαν επικίνδυνα χαμηλή συγκέντρωση ασβεστίου, που αποδόθηκε στη vegan διατροφή του. Σύμφωνα με ιταλικά μέσα ενημέρωσης, ζύγιζε όσο ένα μωρό τριών μηνών και τα επίπεδα ασβεστίου του βρίσκονταν μόλις στο όριο που ήταν αναγκαίο για να επιβιώσει. Την επόμενη χρονιά, στο Βέλγιο, δικαστήριο καταδίκασε τους γονείς ενός αγοριού επτά μηνών, που πέθανε από αφυδάτωση και υποσιτισμό, έχοντας τραφεί με φυτικά ροφήματα από βρώμη, φαγόπυρο, ρύζι και κινόα. Για τα παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας, οι μελέτες δείχνουν πως η vegan διατροφή μπορεί να έχει οφέλη, αλλά και ορισμένα μειονεκτήματα.

Πρωτοποριακή έρευνα εξετάζει τη vegan διατροφή στα παιδιά

Μελέτη του 2021, η οποία δημοσιεύτηκε στο “American Journal of Clinical Nutrition”, εξέτασε δείκτες υγείας σε παιδιά 5-10 ετών στην Πολωνία, συγκρίνοντας όσους ακολουθούσαν vegan, χορτοφαγική ή παμφαγική διατροφή. Στην έρευνα έλαβαν μέρος 63 χορτοφάγα παιδιά, 52 vegan και 72 παιδιά που έτρωγαν τα πάντα, μεταξύ άλλων κρέας και γαλακτοκομικά. Η Malgorzata Desmond, που είχε τον ρόλο της επικεφαλής συγγραφέα, είναι σήμερα επίτιμη ερευνήτρια στο UCL Great Ormond Street Institute of Child Health.

Η Desmond αναφέρει: «Αν και ο αριθμός των παιδιών στη μελέτη μας ήταν σχετικά μικρός, πρόκειται για τη μεγαλύτερη μελέτη του είδους της που έχει διεξαχθεί ποτέ ειδικά σε vegan παιδιά αυτής της ηλικίας, την πρώτη που συγκέντρωσε περισσότερους από 50 συμμετέχοντες σε κάθε ομάδα φυτικής διατροφής και τους συνέκρινε με παιδιά που ακολουθούσαν παμφαγική διατροφή, επιλεγμένα με προσεκτικά κριτήρια αντιστοίχισης».

Η Fewtrell, που ήταν μία από τις συγγραφείς της μελέτης, σημειώνει ότι καταγράφηκαν τόσο πλεονεκτήματα όσο και μειονεκτήματα για τα παιδιά που ακολουθούσαν vegan διατροφή. «Τα θετικά νέα ήταν ότι, σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους που ακολουθούσαν παμφαγική διατροφή, τα vegan παιδιά είχαν λιγότερο σωματικό λίπος και καλύτερους δείκτες καρδιαγγειακού κινδύνου, όπως χαμηλότερα επίπεδα χοληστερόλης στο αίμα», λέει. Οι συγκεκριμένοι δείκτες ενδέχεται να μειώσουν την πιθανότητα εμφάνισης καρδιοπάθειας αργότερα στη ζωή. Από την άλλη, «Τα αρνητικά στοιχεία ήταν ότι είχαν χαμηλότερο ανάστημα και μικρότερη οστική μάζα από το αναμενόμενο για την ηλικία τους».

Το μόνο εύρημα που προβλημάτισε τους ερευνητές αφορούσε τη χαμηλότερη οστική πυκνότητα στα vegan παιδιά. Κατά μέσο όρο, το ύψος τους ήταν μικρότερο κατά 3 εκατοστά, χωρίς αυτό να αποτελεί ένδειξη αναπτυξιακής καθυστέρησης ή να σημαίνει ότι θα έχουν χαμηλό ανάστημα και στην ενήλικη ζωή, διευκρινίζει ο Jonathan Wells, καθηγητής ανθρωπολογίας και παιδιατρικής διατροφής στο UCL και συν-συγγραφέας της έρευνας.

Ο Wells επισημαίνει ότι τα vegan παιδιά είχαν μικρότερη λιπώδη μάζα και συνήθως χαμηλότερο βάρος, ενώ ενδέχεται να μπουν στην εφηβεία λίγο πιο αργά. «Τα vegan παιδιά είχαν λιγότερη λιπώδη μάζα και έτειναν να ζυγίζουν λιγότερο. Είναι πιθανό να φτάσουν στην εφηβεία λίγο αργότερα. Έχουμε διαπιστώσει ότι τα παιδιά που εισέρχονται στην εφηβεία αργότερα ουσιαστικά παρατείνουν την περίοδο ανάπτυξής τους, καθώς συνεχίζουν να αναπτύσσονται για περισσότερα χρόνια», λέει ο Wells. Κατά συνέπεια, υπήρχε το ενδεχόμενο να καταλήξουν ψηλότερα ως ενήλικες.

Το μόνο στοιχείο που προκάλεσε προβληματισμό στους ερευνητές ήταν η σχετικά χαμηλότερη οστική πυκνότητα. «Το οστό φτάνει στη βέλτιστη πυκνότητά του στις αρχές της δεκαετίας των 20. Επομένως, αν δεν χτίσετε οστική πυκνότητα εκείνη την περίοδο, δεν θα μπορέσετε να το κάνετε αργότερα», εξηγεί ο Wells. Όσοι έχουν χαμηλότερη οστική πυκνότητα στην ενήλικη ζωή θα αντιμετωπίσουν συνέπειες σε μεγαλύτερη ηλικία, καθώς τα οστά εξασθενούν προοδευτικά και γίνονται πιο ευάλωτα σε παθήσεις όπως η οστεοπόρωση. «Έτσι, οι vegan δίαιτες μπορεί να έχουν αλλάξει το προφίλ των ασθενειών για τις οποίες κινδυνεύουν οι άνθρωποι καθώς γερνούν», σημειώνει ο Wells. «Αντί για καρδιαγγειακά νοσήματα, μπορεί να είναι επιρρεπείς σε παθήσεις των οστών. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ανθυγιεινοί τώρα».

Κάποια αποτελέσματα εξέπληξαν τους ερευνητές. Ενδεικτικά, τα παιδιά που έτρωγαν χορτοφαγικά (vegetarian) επέλεγαν συχνότερα τρόφιμα χαμηλής διατροφικής αξίας, μεταξύ των οποίων πίτσα και αναψυκτικά. Αυτό δείχνει πως η χορτοφαγία, από μόνη της, δεν εξασφαλίζει ένα ισορροπημένο και υγιεινό διαιτολόγιο. Παράλληλα, η εκτιμώμενη πρόσληψη πρωτεΐνης ήταν μεγαλύτερη στα παιδιά που κατανάλωναν ζωικά προϊόντα και μικρότερη στους vegan, όπως αναμενόταν. Η εικόνα ήταν διαφορετική για το ασβέστιο: υψηλότερη πρόσληψη υπολογίστηκε στους χορτοφάγους (vegetarian), ενώ οι vegan είχαν τη χαμηλότερη.

Σχεδόν ένα στα τρία παιδιά της μελέτης που ακολουθούσαν vegan ή χορτοφαγική διατροφή δεν έπαιρναν συμπλήρωμα βιταμίνης Β12 και δεν κατανάλωναν εμπλουτισμένα με Β12 τρόφιμα, παρότι η λήψη τέτοιων συμπληρωμάτων συστήνεται συνήθως σε όσους τρέφονται με φυτικά προϊόντα. Η Αμερικανική Ακαδημία Διατροφής και Διαιτολογίας αναφέρει, για παράδειγμα, πως οι χορτοφαγικές και vegan δίαιτες, εφόσον είναι κατάλληλα σχεδιασμένες, μπορούν να καλύψουν όλα τα στάδια της ζωής, από την εγκυμοσύνη έως τη βρεφική και παιδική ηλικία. Τονίζει, ωστόσο, ότι οι vegan χρειάζεται να εξασφαλίζουν βιταμίνη Β12 είτε με συμπληρώματα είτε μέσω εμπλουτισμένων τροφίμων.

Ένα ενδεχόμενο συμπέρασμα είναι πως κάποιες φυτικές δίαιτες, όπως ακολουθούνταν στην καθημερινότητα, θα μπορούσαν να έχουν καλύτερη διατροφική εικόνα αν περιλάμβαναν περισσότερα θρεπτικά συστατικά. Οι συντάκτες της μελέτης διατυπώνουν την ανάγκη ως εξής: «Τα παιδιά που ακολουθούν vegan και χορτοφαγική διατροφή χρειάζονται κατευθυντήριες γραμμές για υγιεινή διατροφή, πέρα ​​από τις συμβουλές για τη λήψη συμπληρωμάτων».

Σε γενικές γραμμές, οι έρευνες για τις διατροφές που στηρίζονται σε φυτικά τρόφιμα καταλήγουν ότι είναι ασφαλείς για τα παιδιά. Μια αμερικανική διαχρονική μελέτη, με παιδιά ηλικίας έξι μηνών έως οκτώ ετών, δεν εντόπισε κλινικά σημαντικές αποκλίσεις στην ανάπτυξη ή τη θρεπτική κατάσταση των χορτοφάγων παιδιών σε σύγκριση με τους συνομηλίκους τους. Κατέγραψε, όμως, μεγαλύτερο κίνδυνο χαμηλού σωματικού βάρους για τα παιδιά που ακολουθούσαν χορτοφαγική διατροφή. Θετική ήταν και η συνολική αποτίμηση της Γερμανικής Εταιρείας Παιδιατρικής και Εφηβικής Ιατρικής σε έκθεσή της το 2019 για τη χορτοφαγική διατροφή παιδιών και εφήβων. Η εταιρεία ανέφερε ότι «οι διατροφικές ανάγκες των παιδιών και των εφήβων που βρίσκονται σε στάδιο ανάπτυξης μπορούν, σε γενικές γραμμές, να καλυφθούν μέσω μιας ισορροπημένης διατροφής φυτικής προέλευσης», διευκρινίζοντας ωστόσο πως η χορτοφαγία στην παιδική και εφηβική ηλικία χρειάζεται παρακολούθηση από παιδίατρο. Πρόσθεσε ακόμη ότι όσοι ακολουθούν αυστηρά χορτοφαγική διατροφή οφείλουν να παίρνουν συμπλήρωμα βιταμίνης Β12.

Και η διατροφή με βάση το κρέας μπορεί να συνοδεύεται από κινδύνους, εξαιτίας των ορμονών που υπάρχουν στο κρέας και στο γάλα, αν και τα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα δεν είναι ομόφωνα. Σε ανασκόπηση ερευνών για τα οιστρογόνα στο αγελαδινό γάλα και τις πιθανές επιπτώσεις τους στην υγεία, οι συντάκτες σημειώνουν: «Στην εντατική κτηνοτροφία, τα επίπεδα οιστρογόνων στο γάλα είναι υψηλότερα λόγω των παρατεταμένων περιόδων αρμέγματος». Κατά τους ίδιους, η έκθεση στις ορμόνες αυτές ενδέχεται να επηρεάσει τα παιδιά και να διαταράξει την ανάπτυξή τους, με αποτελέσματα που ίσως φανούν μόνο αργότερα, όπως χαμηλότερος αριθμός σπερματοζωαρίων στην ενήλικη ζωή. Παράλληλα, αναγνωρίζουν ότι το γάλα έχει και ορισμένα οφέλη για την υγεία. Η ανασκόπηση καταλήγει πως, μολονότι οι ποσότητες οιστρογόνων στο αγελαδινό γάλα είναι πολύ μικρές για να επηρεάσουν την υγεία των ενηλίκων, χρειάζονται περισσότερες μελέτες για τις επιδράσεις στα παιδιά, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της ανάπτυξής τους.

Επιστροφή στις ρίζες

Η συζήτηση διεθνώς έχει στραφεί τα τελευταία χρόνια σε νέες φυτικές εναλλακτικές, όπως το vegan τυρί και τα μπιφτέκια χωρίς κρέας. Αυτά τα προϊόντα έχουν κάνει πιο προσιτή σε πολλούς την επιλογή μιας διατροφής με περισσότερα φυτικά τρόφιμα. Η προβολή τους, όμως, μπορεί να αφήσει στη σκιά παραδοσιακά συστατικά που χρησιμοποιούνται εδώ και αιώνες και ενδέχεται να βοηθήσουν στην κάλυψη ορισμένων διατροφικών κενών στα οικογενειακά vegan γεύματα.

Η Bhavya Chandra Prem, 33 ετών και τεχνικός μηχανικός, μεγάλωσε στην περιοχή Kunnur της Κεράλα, στη νότια Ινδία, με διατροφή που περιλάμβανε κυρίως ζωικά προϊόντα, όπως βοδινό, κοτόπουλο στιφάδο και parathas, τις ινδικές επίπεδες πίτες. Η αλλαγή ήρθε σχεδόν από τη μια μέρα στην άλλη το 2014, όταν εγκαταστάθηκε στο Σίδνεϊ για σπουδές. Μια φίλη και συγκάτοικός της, που ήταν vegan, τη ρώτησε «Γιατί να θέλεις να σκοτώσεις και να φας κάτι που αγαπάς;». Η Prem έκανε μια σύντομη έρευνα και ανακάλυψε τη φρικτή πραγματικότητα της βιομηχανίας κρέατος και γαλακτοκομικών. «Είδα μερικά ντοκιμαντέρ, όπως το “Cowspiracy” και το “Earthlings”, και δεν μπορούσα πλέον να ζω μέσα στο ψέμα καταναλώνοντας κρέας, γαλακτοκομικά ή ψάρια. Έκτοτε ακολουθώ vegan διατροφή και δεν κοίταξα ποτέ πίσω», λέει η Prem, η οποία σήμερα ζει στην Τσεχία. Όταν έμαθε το 2020 ότι ήταν έγκυος, υπέφερε από έντονες πρωινές ναυτίες έως την 22η εβδομάδα και δυσκολευόταν να κρατήσει οποιαδήποτε τροφή, πέρα από κράκερ, ρύζι και σούπες. Αφού υποχώρησαν τα συμπτώματα, αναζήτησε πιο θρεπτικές και υγιεινές vegan επιλογές, έχοντας στο πλευρό της τον σύζυγό της, που κατάγεται από την Ιταλία. Ο γυναικολόγος της την καθησύχασε ότι η vegan διατροφή δεν θα έβλαπτε το μωρό, εφόσον εκείνη έτρωγε τροφές πλούσιες σε πρωτεΐνη. «Έτρωγα διάφορα είδη από  όσπρια, φακές και άλλα καθώς και άφθονες σούπες λαχανικών, τόφου και προϊόντα σόγιας», λέει η ίδια.

Πηγές πρωτεΐνης στη vegan διατροφή

Η παραδοσιακή ινδική κουζίνα διαθέτει αρκετές επιλογές για όσους ακολουθούν vegan διατροφή, σημειώνει η Edwina Raj, κλινική διαιτολόγος στα νοσοκομεία Aster CMI του Μπανγκαλόρ. «Έχουμε παρατηρήσει ότι ορισμένοι vegans τείνουν να βασίζονται υπερβολικά σε επεξεργασμένα άλευρα και υδατάνθρακες», λέει. «Αντ’ αυτού, θα πρέπει να εστιάζουν στους σύνθετους υδατάνθρακες. Προτείνουμε τις διάφορες ποικιλίες μη επεξεργασμένου ρυζιού κόκκινο, καφέ και μαύρο. Ως vegan γονέας, πρέπει να θυμάστε ότι οι διατροφικές απαιτήσεις σε πρωτεΐνη ανέρχονται σε 1 γραμμάριο ανά κιλό σωματικού βάρους και να προγραμματίζετε τα γεύματά σας ανάλογα». Για πρωτεΐνη υψηλής ποιότητας, προτείνει κεχρί, φακές, ξερό αρακά και φασόλια.

Για την Karla Moreno-Bryce, σύμβουλο διατροφής που ειδικεύεται στη vegan διατροφή των παιδιών και έχει έδρα τη Μινεάπολη των ΗΠΑ, η οργάνωση υγιεινών vegan γευμάτων μπορεί να είναι σχετικά απλή, όποια κουζίνα κι αν προτιμά η οικογένεια. «Η προετοιμασία γευμάτων για παιδιά που ακολουθούν τη vegan διατροφή απαιτεί απλώς λίγη προσοχή, ώστε να διασφαλιστεί ότι λαμβάνουν τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά (σίδηρο, ψευδάργυρο, ιώδιο, ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, ασβέστιο, βιταμίνη D και βιταμίνη Β12) κατά τη διάρκεια της ημέρας, μέσω μιας ποικιλίας φυτικών τροφών και συμπληρωμάτων διατροφής», αναφέρει η ίδια. «Είναι ιδιαίτερα σημαντικό όλα τα vegan παιδιά να λαμβάνουν ένα αξιόπιστο συμπλήρωμα βιταμίνης Β12, κατά προτίμηση από τη στιγμή που ξεκινούν τη κατανάλωση στερεών τροφών. Πρόκειται για ένα θρεπτικό συστατικό που απουσιάζει φυσικά από τις φυτικές τροφές, και το συμπλήρωμα, πέρα από τα εμπλουτισμένα τρόφιμα,  αποτελεί την πιο αξιόπιστη πηγή για την κάλυψη των αναγκών του οργανισμού σε αυτό το σημαντικό στοιχείο».

Στην Ινδία, ο Ashish Kumar Jain αναζητά τοπικά υλικά για να καλύπτει τις διατροφικές ανάγκες του παιδιού του, που μεγαλώνει με vegan διατροφή. Χρησιμοποιεί φυλλώδη λαχανικά, όπως ντόπιες ποικιλίες σπανακιού, φύλλα τριγωνέλλας, σπόρους κύμινου, κόλιανδρο και φύλλα κάρι, μαζί με τρόφιμα πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, όπως σουσάμι, τόφου και δακτυλοειδές κεχρί. Στη θέση του γάλακτος επιλέγει ροφήματα αμυγδάλου και καρύδας, ενώ παρασκευάζει «τυρί» από κάσιους και πατάτες και γιαούρτι από γάλα φιστικιού.

«Δεν νιώσαμε ποτέ ότι στερούμαστε τα γαλακτοκομικά», λέει ο ίδιος. «Και υπάρχουν πολλοί λόγοι για να δώσει κανείς προτεραιότητα στον βιγκανισμό, οι οποίοι ξεπερνούν τη διατροφή και την υγεία: η συμπόνια για τα ζώα, το κλίμα και η βιωσιμότητα. Ο βιγκανισμός είναι ένα κίνημα κοινωνικής δικαιοσύνης, εξίσου όσο και μια υγιεινή επιλογή».

Πηγή: BBC, “Is a vegan diet healthy for children?”, Kamala Thiagarajan

Αναδημοσίευση couscous.gr

Το άρθρο Είναι ασφαλής η vegan διατροφή για τα παιδιά; εμφανίστηκε πρώτα στο trikalaenimerosi.gr.

Sharing